Friday, June 23, 2017

Athens / summer / 17


Κλειστοί δρόμοι, 
βουνά από σκουπίδια, 
ζέστη, 
άνθρωποι ζαλισμένοι από τρελά φεγγάρια, 
ψυχαναγκαστικος συνωστισμός σε φεστιβαλ και συναυλίες, 
μπερδεμενες κι αμήχανες εγκαταστάσεις, 
θερινά σινεμά - σωστικες λέμβοι με το στανιό, 
μπίρες, καφέδες και σχέδια απόδρασης 
να χλιαραίνουν 
σε τραπέζια καταπατημένων συνοικιακών πεζοδρομίων, 
καθώς τα όρια της λογικής λιώνουν 
-σα παγάκια- 
σε καυτό τσιμέντο. 

Η Αθήνα του καλοκαιριού: 
μια ανελέητη περφόρμανς για γερά νεύρα.


Thursday, June 01, 2017

the great tamer


Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ως γνήσιος εμπνευσμένος δημιουργός είναι, χρόνια τώρα, ο κατασκευαστής και διαχειριστής ενός αυτόνομου καλλιτεχνικού σύμπαντος. Ο κόσμος του, μεταφυσικός, συνεπής, εμμονικός, απόλυτα αναγνωρίσιμος (γιατί επιλέγει να είναι), αν και αναμφισβήτητα προσωπικός, παραμένει φιλόξενος κι ορθάνοιχτος στους (καλόπιστους και μη) επισκέπτες. Λες κι ο ίδιος έχει αποδεχτεί την έκθεση ως αναπόσπαστο κομμάτι του παιχνιδιού της δημιουργίας (μπορεί και βασικό ζητούμενο).

Κάθε κατάθεση του Παπαϊωάννου αποτελείται αναμφίβολα από βασικά γνωρίσματα: την αποδόμηση του σώματος, την ανησυχία του πνεύματος, την παιδικότητα μιας αέναης εξερεύνησης του αγνώστου, την αθεράπευτη ελπίδα που τροφοδοτεί τη συνεχή κίνηση. Στον πλανήτη του κανείς και τίποτα δε σταματά πριν το οριστικό τέλος (και πάλι, ακόμα κι εκεί υπό προϋποθέσεις), ο άνθρωπος υφίσταται τη μοίρα του, αποδομείται αδιαμαρτύρητα (ενίοτε σα να το αποζητά), διαλύεται κι ανασυντίθεται από τα κομμάτια του με την ίδια ευκολία που σκορπίζεται στον άνεμο.

Ο “Μεγάλος Δαμαστής”, το τελευταίο πόνημά του, είναι κατασκευασμένο από τα ίδια υλικά της εργογραφίας του και τροφοδοτείται από τις μόνιμες ανησυχίες του. Ποιος είναι ο άνθρωπος, τί συνιστά την ταυτότητα του, από που ξεκίνησε και που πηγαίνει; μπορεί να τα καταφέρει μόνος; και μέσα σ’ όλα αυτά ο χρόνος που περνά αμείλικτος τι ρόλο παίζει; είναι σύμμαχος ή μια διαβρωτική συνθήκη που οδηγεί την ανθρωπότητα με μαθηματική ακρίβεια στην οριστική συντριβή;

Άκουσα από κάποιους ότι ο Παπαϊωάννου επαναλαμβάνεται, ότι τα παραπάνω ερωτήματα του έχουν ξανατεθεί και εξεταστεί με παρόμοιο τρόπο στο παρελθόν (είναι βλέπεις και τα 31 χρόνια σκηνικής παρουσίας που συμπληρώνονται φέτος). Η πρώτη μου αντίδραση σε αυτό τον ισχυρισμό είναι ότι είναι πραγματικό άδικο να ψέγουμε ένα φιλόσοφο για την περιστροφή του νου του γύρω από τις προσωπικές του εμμονές, ειδικά όταν αυτές αφορούν στα θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξης. Ο χρόνος, ο άνθρωπος κι η σχέση του με τον κόσμο, ο θάνατος και η μετάβαση στο μεγάλο άγνωστο, είναι ζητήματα τα οποία η Τέχνη ερευνά αδιάλειπτα από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος πάτησε στη γη.

Ο καλλιτέχνης - όποιο κι αν είναι το πεδίο δράσης του - δεν υποχρεούται να προσφέρει απαντήσεις, αλλά μια μεταφυσική παλέτα διερεύνησης του φυσικού. Δε μεταγράφει τον κόσμο σε κατανοητούς αλγόριθμους για να δώσει εξηγήσεις, αλλά τον μεταποιεί σε ήχο, εικόνα, αίσθηση, προκειμένου να διατυπώσει με την Τέχνη του το ασυνείδητο τριπλό ερώτημα που ταλανίζει τους θνητούς από την πρώτη αρχή: "από που έρχομαι - ποιος είμαι - που πηγαίνω". Κι ο τρόπος, τα μέσα κι η συχνότητα με την οποία τα χρησιμοποιεί είναι αποκλειστικά και μόνο δική του επιλογή.

Έρχεται αυτόματα στο μυαλό μου ο Edgar Degas, ο ζωγράφος που θα μπορούσαμε ευθαρσώς να κατηγορήσουμε ότι έφαγε τη ζωή του ζωγραφίζοντας μπαλαρίνες. Με μια πρώτη ματιά δε θα είχαμε κι εντελώς άδικο. Κι όμως αυτή η εμμονή του, που μέσα στα χρόνια ωρίμαζε με τον ίδιο, προχώρησε στην όλο και πιο ουσιαστική καταγραφή του μεγάλου προσωπικού του υπαρξιακού ερωτήματος. Στα χιλιόμετρα τούλινης φούστας που διέτρεξαν την καριέρα του (αυτή που κάποιος θα ισοπέδωνε χαρακτηρίζοντας τη μονομανή), ο ζωγράφος εξέλισσε τη σαφήνεια της ερώτησης του: τα χρώματα, οι κινήσεις, το βάρος κι η σύνθεση των πτυχών, μόνο στο τέλος της ζωής του φάνηκε ότι δεν ήταν παρά μια σπουδή πάνω στην πορεία του ανθρώπου από τη ζωντάνια της πρώτης νιότης προς την αναπόφευκτη φθορά του Θανάτου. Αν ο Degas δεν είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην εργαστηριακή σχεδόν παρατήρηση μιας αίθουσας χορού, το ερώτημα του δε θα είχε διατυπωθεί τόσο εκκωφαντικά κι οι χορεύτριες του θα ήταν απλώς χορεύτριες κι όχι ολόκληρη η ανθρωπότητα μέσα από τα μάτια ενός μεταφυσικού παρατηρητή του κόσμου.  

Με άλλα λόγια είναι λάθος να βλέπουμε τα πονήματα ενός καλλιτέχνη με την απαίτηση να παίρνουμε διαφορετικές απαντήσεις, σε διαφορετικά πεδία κάθε φορά. Βλέπουμε τη σταθερή πορεία του σε ένα συγκεκριμένο δρόμο προς τη μια και μοναδική κορυφή του προσωπικού του καλέσματος. Το κέρδος το δικό μας, του προνομιούχου αυτόπτη μάρτυρα ενός εμπνευσμένου πνεύματος μιας συγκεκριμένης εποχής, είναι η δυνατότητα να παρακολουθούμε την αλλαγή στη θερμοκρασία, την πυκνότητα και την ταχύτητα μιας εντεταλμένης, σταθερής διαδρομής προς το κοινό μας άγνωστο. Η σούμα, το τελικό συμπέρασμα, αν υποθέσουμε πως θα υπάρξει ποτέ, δε θα εκτιμηθεί παρά μονάχα στο τέλος. Ακόμα κι εκεί όμως, τα έργα ενός δημιουργού δεν θα κριθούν μεμονωμένα, αλλά από τη σύνθεση της ομορφιάς και τη συγκίνησης των ενδιάμεσων σταθμών ολόκληρης της πορείας του, την οποία οι σύγχρονοι του θεατές έχουμε την τύχη να κάνουμε μαζί του βήμα - βήμα δημιουργώντας σχεδόν μαζί του το σπουδαίο καλλιτέχνημα της διατύπωσης του μεγάλου ερωτήματος της ύπαρξης.

Γι' αυτό και νιώθω τόσο τυχερός που έχω τη δυνατότητα να παρακολουθώ βήμα βήμα την πορεία του Δημήτρη Παπαϊωάννου προς την αναζήτηση της δικής του κορυφής, ακόμα κι αν σε κάποιες καταθέσεις του οι προσθαφαιρέσεις είναι ανεπαίσθητες και τα βήματα του πιο κοφτά και μαζεμένα. Τα μεγάλα άλματα άλλωστε απαιτούν ενίοτε αναστοχασμό και συνετές οπισθοχωρήσεις. Ωστόσο είναι κι αυτό αναπόσπαστο κομμάτι του μεγάλου κοινού μας ταξιδιού, το οποίο εύχομαι να διαρκέσει πολλά χρόνια ακόμα, ώστε να φωτίσουμε παρέα όσο το δυνατόν περισσότερους νέους σταθμούς στο δρόμο που έχει επιλέξει η Μούσα του. 


Sunday, May 14, 2017

38 δευτερόλεπτα


Μιλάω με τη μάνα μου στο τηλέφωνο καθημερινά (η σχεδόν καθημερινά). Συνήθως με πρωτοβουλία δική της. Ή των ενοχών μου όταν έχω αγνοήσει σερί τις κλήσεις της κι έχουμε καιρό να τα πούμε. Μιλάμε είτε πρωινές ώρες (“σε ξύπνησα;”) είτε βραδινές (“με ξέχασες!”). Ανεξαρτήτως ώρας του τηλεφωνήματος πάντα περιλαμβάνεται μια ερώτηση περί διατροφής σε διάφορες διατυπώσεις: “έφαγες;” - “θα φας;” - “μαγείρεψες;” - “πήγες σούπερ μάρκετ;” και πάντα ακολουθείται από μια γενικού ενδιαφέροντος: “πως περνάς;”, “θα βγεις το βράδυ;”, “η δουλειά πως πάει;”, “ο ύπνος σου;” “πότε θα γράψεις κάνα χαρούμενο τραγούδι;”. Μετά, τις περισσότερες φορές, γίνεται μια παύση - Η παύση - πάντα η ίδια παύση. Εκεί η μάνα μου κάνει ένα καμικάζι σερβίς της υποθετικής μπάλας της συζήτησης κι ύστερα σωπαίνει, περιμένοντας να δει τί ψάρια θα πιάσει. Αν η μπάλα βρει στόχο ξετρυπώνει καμιά έξτρα πληροφορία της μυστηριώδους και σκοτεινής ζωής μου. Αν όχι, μαζεύει τα κομμάτια της, σπεύδοντας να σκοτώσει τη σιωπή με τη φράση “πάντα καλά να είστε παιδιά μου”. Η μπαλα της επιστρέφεται με την γενική ερώτηση από πλευράς μου: “εσείς καλά; ο πατέρας;”. Εδώ το θέμα είναι ελεύθερο. Εδώ η μαμά, αναθαρρεί κι αρχίζει να μιλά για τα νέα του μικρού της βασιλείου, τις τρέλες “αυτού του πατέρα μου”, μια ωραία εκδρομή που έχει οργανωθεί και θα ήθελε πολύ να πάει, ένα ύφασμα μούρλια που έχει βάλει στο μάτι, μια νέα συνταγή που είδε σε ένα περιοδικό ή στην τηλεόραση και θέλει να μου την περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια γιατί “είναι εύκολη και μπορείς να την κάνεις κι εσύ καμιά μέρα που θα έχεις κόσμο”. Το τηλέφωνο κλείνει κάθε φορά ανεξαιρέτως με το ίδιο παράπονο: “μη με ξεχνάς, να με παίρνεις”, (“σε παίρνω μαμά, κάθε μέρα μιλάμε”), “εγώ σε παίρνω, να με παίρνεις κι εσύ πιο συχνά”. Όταν αποσπάσει την πολυπόθητη υπόσχεση να είμαι πιο τυπικός το κλείνει ανακουφισμένη. Δύσπιστη μα ανακουφισμένη.

Κάθε (μα κάθε) φορά που κλείνουμε, το μάτι μου πέφτει στην οθόνη του τηλεφώνου. Η διάρκεια της κλήσης, είτε πρωινής, είτε βραδινής, είναι σχεδόν πάντα 38 δευτερόλεπτα. Ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο. Δεν ξέρω ποια τυχαία σύμπτωση έχει αποφασίσει αυτό το χρονικό πλαίσιο, ωστόσο όσο κι αν παρεκκλίνουμε του τελετουργικού, η χρόνος του παραμένει ο ίδιος. Ελάχιστες είναι οι φορές που η συνομιλία μας έχει αγγίξει το λεπτό (για περισσότερο ούτε λόγος) κι όταν αυτό συμβαίνει το καταλαβαίνω πρωτίστως από τον ήχο της φωνής της, που γίνεται αλλιώτικος - σαν να έχει καρφώσει τη σημαία της σε μια απάτητη βουνοκορφή.

Κάθε φορά η ίδια σκέψη: την επόμενη να κρατήσω το τηλέφωνο πιο πολύ. Όλο και κάποια ερώτηση θα μπορώ να σκαρφιστώ για να της δώσω τη χαρά και το χρόνο να γιορτάσει την επικοινωνία μας, όπως λαχταρά. Όλο και κάποιο νέο μου θα της φτιάξει τη μέρα. Κάθε φορά όμως το τηλεφώνημά σκάει σε μια άσχετη στιγμή της καθημερινότητας και με αιφνιδιάζει. Κι έτσι η γιορτή της κουβέντας μας στήνεται, γιορτάζεται κι αποκαθηλώνεται στα 38 σταθερά δευτερόλεπτα που της αντιστοιχούν.

Δεν είναι οι τύψεις ο λόγος που θέλω να κάνω το τηλεφώνημα να διαρκέσει περισσότερο. Για μένα τα 38 δευτερόλεπτα δεν υφίστανται πραγματικά. Δεν είναι παρά η τυχαία διάρκεια μια καθημερινής, αναπόδραστης συνήθειας, όπως ο πρώτος καφές της μέρας. Η φωνή της μάνας μου, οι ερωτήσεις της, οι αγωνίες της, οι ανησυχίες της, τα πράγματα που της δίνουν χαρά κι αυτά που τη στεναχωρούν, ο τρόπος που βλέπει κι αισθάνεται τον κόσμο, οι πιο βαθιές επιθυμίες και οι φόβοι της είναι δίπλα μου και μέσα μου από τη μέρα που γεννήθηκα. Είναι κομμάτι του βαθύτερου εαυτού μου, των πιο αγνών πρώτων χρόνων μου, αλλά και τον πιο μακρινών, μελλοντικών προβολών μου. Αν υπάρχει ένας λόγος που θέλω κάποια στιγμή να σπάσω το φράγμα των 38 δευτερολέπτων ειναι για να νιώσει κι εκείνη με την ίδια σιγουρια που το νιώθω κι εγώ, πως βρισκόμαστε σε ανοιχτή επικοινωνία από την πρώτη μέρα που γεννήθηκα (ίσως και μερικούς μήνες πριν) και το τηλέφωνο της καθημερινής μας επαφής δε θα κλεισει παρά πολύ καιρό μετά, αφού θα έχουμε φύγει κι οι δυο, σε διαφορετικούς χρόνους απ’ τη ζωή. Εκεί, λίγο πριν το οριστικό τέλος, αν η τυχαιότητα της ύπαρξης με αξιώσει να δω βαθιά γεράματα θα κοιτάξω μια τελευταία φορά την οθόνη του τηλεφώνου και θα δω να έχει μετρήσει όλα τα δευτερόλεπτα του χρόνου μου στη γη, από το πρώτο ώς το τελευταίο. Γιατι - όσο κι αν δεν της το λέω - όσο κι αν δεν το ξέρει ή δε θα το μάθει ποτέ, με εκείνη συντονίζονται και σε εκείνη αφιερώνονται πρώτα και πάνω απ' όλους.



ΥΓ: Υπάρχει ένα τραγούδι που έχω γράψει για εκείνη και δε θα μπορούσε να λείπει σε καμιά περίπτωση από ένα κείμενο σαν αυτό. Αν η φωνή της μάνας μου ήταν τραγούδι λοιπόν, θα έλεγε τα παρακάτω:



Tuesday, May 02, 2017

Don't cry for me...


Γενική δοκιμή για την EVITA μας απόψε και μετράω τις ώρες. Από αύριο παραδίδουμε στο κοινό μια δουλειά που προσωπικά αγάπησα πολύ. Θα σκεφτεί κανείς (και με το δίκιο του) ότι κάθε φορά, σε κάθε νέα δουλειά, τα ίδια λέμε. Εδώ όμως, τουλάχιστον για μένα, είναι αλλιώς: εδώ πρόκειται ένα έργο - ανοιχτό λογαριασμό της εφηβείας μου, αλλά και μια εκκρεμότητα που έφευγε κι ερχόταν στη ζωή μου με το φύσημα του αέρα. Και να που η μοίρα άφησε για λίγο τα παιχνίδια της κι αποφάσισε να μου κάνει το δώρο και μάλιστα στο σπίτι μου, στον αγαπημένο μου Πειραιά. Από αύριο λοιπόν ένα μεγάλο στοίχημα μιας δεμένης ομάδας παραδίδεται στο κοινό προς κρίση. Ευτυχής με το αποτέλεσμα, ευτυχής με τη συνάντηση τόσων ταλαντούχων συνεργατών που έδωσαν το 100% του μόχθου, του ταλέντου και της αγάπης τους, πιστεύω βαθιά πως θα σας κερδίσει. Από εκείνες τις πολύτιμες φορές που η αγωνία για το αποτέλεσμα, αντικαθίσταται από την ανυπομονησία του μοιράσματος.

ΥΓ. Ελπίζω ο σπουδαίος, αγαπημένος μου δάσκαλος, ο Μάριος Πλωρίτης, από κάπου εκεί ψηλά, να εγκρίνει την ελληνική εκδοχή που θα ακούσετε. Κάθε μου λέξη αφιερώνεται σε εκείνον.

πληροφορίες και συντελεστές:

Evita , Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Νάντια Μπουλέ, Αιμιλιανός Σταματάκης, Μιχάλης Ψύρρας, Άλεξ Οικονόμου, Μαρία Δελετζέ, Ίαν Στρατής, Άρης Πλασκασοβίτης.
Μαζί τους οι: Έλενα Βακάλη, Ανδρέας Βούλγαρης, Γιώργος Βούντας, Ίρις Γουργιώτου, Πέτρος Ιωάννου, Ντένια Λεβέντη, Στέφανι Μακαρίτη, Πάνος Μαλακός, Πάνος Μαλικούρτης, Γιάννης Μανιατόπουλος, Σταύρος Μαρκάλας, Νία Μπαλάφα, Σταύρος Μπέκας, Αγγέλα Σιδηροπούλου, Κατερίνα Σούσουλα, Aγγελική Τρομπούκη, Εύα Τσάχρα.
Συμμετέχει: 10μελής παιδική χορωδία.
Την μουσική της παράστασης ερμηνεύει ζωντανά η MajesticSymphonicOrchestra.

Σκηνοθεσία : Δημήτρης Μαλισσόβας
Απόδοση κειμένου : Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Μουσική διδασκαλία/ Διεύθυνση ορχήστρας : Αλέξιος Πρίφτης

Χορογραφίες: Νίκος Μαριάνος
Σκηνογράφος: Ζήσης Παπαμίχος
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Ενδυματολόγος: Ηλένια Δουλαδίρη
Β' Ενδυματολόγος: Μαίρη Μαρμαρινού
Φωτογραφίες: Δημήτρης Σκουλός
Μακιγιάζ: Γιάννης Μαρκετάκης
Κομμώσεις: Τρύφωνας Σαμαράς
Artwork: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Video: Νίκολας Οικονομίδης
Βοηθός σκηνοθέτη: Νουρμάλα Ήστυ

Παραγωγή: People Entertainment Group Α.Ε.
Διεύθυνση παραγωγής: Γιώργος Ισαάκ - Άλεξ Ελσαμπάγ
Οργάνωση παραγωγής: Δάφνη Πιτσίκα
Βοηθός παραγωγής: Γρηγόρης Παγανίτσας

EVITA is presented by People Entertainment Group by arrangement with The Really Useful Group Ltd.

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

Τετάρτη, Πέμπτη, Κυριακή στις 20:30
Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00
Πρεμιέρα: Τετάρτη 3 Μαΐου 2017
Τελευταία παράσταση: Κυριακή 28 Μαΐου 2017

Τιμές εισιτήριων
Διακεκριμένη ζώνη: 30€
Α’ ζώνη: 25€
Β’ ζώνη: 20€
Γ’ ζώνη: 10€, 15€



Saturday, April 29, 2017

το κορίτσι στο αμφιθέατρο


Πρώτη μέρα στο αμφιθέατρο του τμηματος θεατρικών σπουδών του πανεπιστημίου Αθηνών - κάπου στις αρχές του 21ου αιώνα.Έκτος όροφος - αίθουσα 6 (ή 8;) - μάθημα: αρχές σκηνογραφίας (ή αρχαία ελληνικά;)

Ένα αλλόκοτο κορίτσι από το μπροστινό θρανίο μου πιάνει απρόσμενα εντελώς την κουβέντα. Σπάει με μια της ανάσα όλους τους τοίχους που έχω υψώσει.

“Συγγνώμη, εσείς θα ξέρετε… ποια δραματική σχολή είναι η καλύτερη στην Ελλάδα; Το Τέχνης ή η Βεάκη;”

Βαριά κυπριακή προφορά, μεγάλα μαύρα μάτια, το πιο παράξενα γοητευτικό πλάσμα που θα μπορούσε να αντικρίσει ενα καθόλου παράξενα ακοινώνητο πλάσμα την πρώτη μέρα της φοιτητικής του ζωής.

Από εκείνη τη μέρα γίναμε αχώριστοι. Μαζί για καφέ, μαζί στα μαθήματα, μαζί στις παραστάσεις μετά τη σχολή. Και τα χρόνια πέρασαν, κι οι εμπειρίες που μας ένωναν πολλαπλασιάζονταν με ρυθμούς που θα μπορουσαν να γεμίσουν βιβλίο. Μοιραστήκαμε έρωτες, σχέσεις, χωρισμούς, διαβάσματα, ξενύχτια, συγκινησεις, γέλια, παρέες, απογοητεύσεις.

Κι εκεί που μεγαλώναμε με την ασφάλεια της παρουσίας ο ένας του άλλου, ξαφνικά έφυγε. Μια παράσταση στην Κύπρο (για λίγο καιρό) και μετά άλλη (για περισσότερο) και μετά δασκάλα σε σχολείο (λίγο πιο μόνιμη θέση…) κι ύστερα άλλες δουλειές εκεί, ρόλοι σε θέατρο και τηλεόραση και ξαφνικά ένας έρωτας και γάμος και μωρό και οικογένεια…

Με λίγα λόγια ήρθε η ζωή αποφασιστική να μπει στη μέση. Η καθημερινή παρουσία αντικαταστάθηκε από μηνύματα αγάπης και αφοσίωσης μια στο τόσο… τα νέα μας μέσα από τα social media (που εμφανίστηκαν ξαφνικά στις ζωές μας), μια βραδιά σε μια βεράντα σε μια σύντομη επίσκεψη της στην Ελλάδα (όπου την είδα αρραβωνιασμένη και ευτυχισμένη) και μια φευγαλέα συνάντηση σε μια επίσκεψη μου για συναυλία στην Κύπρο που κράτησε ίσα με μια αγκαλιά κι ένα φιλί…

Κι έτσι πέρασαν 7 χρόνια. Κι οι ζωές μας χωριστές, αλλά με τη σιγουριά της παρουσιάς του καθενός καλά φυλαγμένη στα σκοτεινά σημεία της καρδιάς μας. 

Και χτες ξαφνικά την είδα και πάλι. Ήρθε απρόσμενα εντελώς στην Αθήνα για δυο παραστάσεις (με ένα μονόλογο που έκανε τόση αίσθηση στην Κύπρο, ώστε πέρασε τη θάλασσα). Ήμουν εκεί στην πρώτη σειρά. Ένα σκέτο μήνυμα την προηγούμενη: “Το βράδυ μετά την παράσταση μην κανονίσεις τίποτα! σε κλείνω! Θα βγούμε για φαγητό.”

Στην παράσταση ήταν συγκλονιστική. Είχα χρόνια να την δω να παίζει. Δεν είχε περάσει μέρα από πάνω της. Ήταν ακόμα εκείνο το κορίτσι από το αμφιθέατρο της φιλοσοφικής. Ίδια φωνή, ίδιο βλέμμα, ίδια συγκίνηση, ίδιο δόσιμο στους ρόλους…

Χειροκρότημα… υπόκλιση…

Το εστιατόριο στον τελευταίο όροφο του θεάτρου. Λακωνικό μήνυμα: “Είμαι πάνω και σε περιμένω. Ετοιμάσου κι έλα”. Ένα τέταρτο αργότερα μπαίνει στην αίθουσα με το φασαριόζικο αέρα που φύσούσε κάθε φορά έμπαινε σε ένα χώρο όσα χρόνια τη γνωρίζω. Με δυνατή φωνή φωνάζει ένα μακρόσυρτο “αγααααάπη μου”, όπως τότε που είχαμε να βρεθούμε μια μέρα το πολύ. Μια σφιχτή αγκαλιά από αυτές που σπάνια δίνω με όλη μου την καρδιά που ούτε ξέρω πόσο κράτησε. Κι ένα φιλί διαρκείας με συσσωρευμένη όλη την αγάπη μια επταετίας. 

Πιάσαμε το νήμα απο εκεί που το είχαμε αφήσει στα τελειώματα του Πανεπιστημίου. Θυμηθήκαμε τα πάντα… μιλούσαμε και μιλούσαμε και η νύχτα περνούσε και για μας ήταν όλα εκεί: ο Jean Genet κι η Λούλα Αναγνωστάκη, η Αγνή Μουζενίδου κι ο Σπύρος Ευαγγελάτος, η Bjork στο "χορεύοντας στο σκοτάδι" κι η Bette Davis σε εκείνη την ταινία που πεθαίνει από γλοίωμα ( και που όσο κι αν προσπαθήσαμε δε μπορέσαμε να θυμηθούμε τον τίτλο). Τα μάτια της (υποθέτω και τα δικά μου) άστραφταν στο χαμηλό φωτισμό της αίθουσας όπως τότε.

Καθώς μιλούσαμε ένιωσα ευγνωμοσύνη για τους σημαντικούς ανθρώπους που περνάνε από τη ζωή μας και δεν χάνονται ποτέ, ακόμα κι αν οι συνθήκες, για λόγους δικούς τους, τους απομακρύνουν, για λίγο η περισσότερο. Σήκωσα το ποτήρι μου… και δεν ήπια στα προηγούμενα. Ήπια στα επόμενα. Ήπια στους μελλοντικούς εαυτούς μας και στους νέους ρόλους που επιφυλάσσει ο χρόνος για τον έναν μέσα στη ρευστή ζωή του άλλου.

Φύγαμε τις νεαρές ώρες από το εστιατόριο ζαλισμένοι. Περπατήσαμε στο κέντρο της Αθήνας κι ήμασταν πάλι παιδιά είκοσι χρονών κι η Αθήνα μια πόλη γεμάτη προοπτικές και προσδοκίες. Μου είχε λείψει αυτό το πρόσωπο της πόλης - νόμιζα πως μου το είχε οριστικά στερήσει για πάντα τη στιγμή που έχασα την πρώτη νεανική αθωότητα. 

Μια αγκαλιά για αποχαιρετισμό. Προσωρινό. Μέχρι οι μελλοντικές προβολές μας να βρεθούν σε μια τυχαία συγκυρία. Αμοιβαίες υποσχέσεις οτι η επόμενη συνάντησή μας δε θα καθυστερήσει. Μπορεί να συμβεί μπορεί και όχι. Μπορεί άμεσα, μπορεί αργότερα. Είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση βαθιά στην καρδιά έχω τη σιγουριά ότι οι γεροί δεσμοί δεν κόβονται ποτέ όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Θα τα πούμε σύντομα.  Κανόνισε. Να προσέχεις. Σ’ αγαπώ…

Η Αθήνα διατηρεί το παλιό της πρόσωπο όση ώρα είμαι στο ταξί. Ακόμα κι όταν γυρίζω το κλειδί στην πόρτα μου και πέφτω στο κρεβάτι, νιώθω ότι μου έχει ανοίξει και πάλι, αναπάντεχα εντελώς, μια χαραμάδα στο χρόνο. Κοιμήθηκα και ξύπνησα 20 χρονών...

Thursday, April 27, 2017

παλιός θυμός


Κάθε ξημέρωμα
Βγάζω βόλτα ενα θυμό
Που θελει ημέρωμα
Ενα χάδι σου στο λαιμό

Θυμό για τα άχρηστα ξενύχτια μου
Θυμό για τα άσκοπα μεθύσια μου.

Ενα χάδι
Κι ο τι προλάβει
Ο θυμός μου να καταλαβει.

Παλιός θυμός
από παλιά καψόνια
Μια καινούργια έλξη φτάνει
κι όλα τα ξεχνώ.

Παλιός θυμός
απ’ τα παλιά τα χρόνια
Δε γυρεύω κάτι
ένα χάδι αληθινό.

Ένα χάδι κι ό, τι προλάβει.
Ένα χάδι κι ο, τι προλάβει
Ένα χάδι κι ό, τι προλάβει.
Ένα χάδι.

Κάθε ξημέρωμα
Ζούσα χρόνια μ’ ένα θυμό
Τον ελευθέρωνα
Μόνη χόρευα στο ρυθμό

Θυμό για τα βράδια τα ξενέρωτα
Θυμό για τα ψέμματα του έρωτα

Ενα χάδι
Κι ο τι προλάβει
Ο θυμός μου να καταλαβει.

Παλιός θυμός
από παλιά καψόνια
Μια καινούργια έλξη φτάνει
κι όλα τα ξεχνώ.

Παλιός θυμός
απ’ τα παλιά τα χρόνια
Δε γυρεύω κάτι
ένα χάδι αληθινό.


Φωνές: Στάμος Σέμσης - Μύρτα Σακελλαρίου
Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος Μουσική: Στάμος Σέμσης
Ενορχήστρωση: Στάμος Σέμσης
Μουσικοί: Μύρτα Σακελλαρίου - κιθάρα, Στάμος Σέμσης - βιόλα & programming

Μίξη - Παραγωγή: Ορέστης Πλακίδης & Στάμος Σέμσης

Η φωτογραφία είναι του Κάρολου Χρηστίδη.
Πρωτοακούστηκε στην παράσταση "Εδώ και Τώρα".



Tuesday, April 04, 2017

fine al rito


Ο Πειραιάς συννεφιασμένος.
Μια μπάντα προβάρει ποστ ροκ όνειρα.
- To σετ του Απρίλη -
Ντραμς ρυθμικά.
Θορυβημένα περιστέρια.
Γόπες και άδειοι αναπτήρες.
Ο αέρας μετριέται, κόβεται και μοιράζεται - 
πρόσφορο στους περαστικούς.
Μια γυναίκα τακτοποιεί την πραμάτεια της.
Χαμογελάει μόνη της
- και δεν ειναι καν εφτά -
Ένα τρένο περνάει.
Δεύτερο.
Καφές στο χέρι.
Τρίτο.
Ο Πειραιάς συννεφιασμένος.
Norma - Πράξη πρώτη: Casta Diva.
“Αγνή θέα σκέπασε μας με ασήμι.”
Κανονικά νυχτώνει αργά.
Απόγευμα Δευτέρας.
Προάγγελος.


Saturday, April 01, 2017

τοπία


Υπέροχη άγνωστη μου φιλόμουση κυρία μυθικής ηλικίας μού έπιασε την κουβέντα χτες βράδυ στην πρεμιέρα των "Τοπίων" στη Νέα Λυρική μας Σκηνή στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

“Μόνο εσείς βλέπετε καλά εδώ μέσα… Εγώ έχω μπροστά μου ένα κάγκελο και πρέπει να στέκομαι διαρκώς όρθια. Ανεπίτρεπτο. Κι εκτός αυτού, είναι χρώμα αυτό; πόνεσαν τα μάτια μου...”

Εν ολίγοις δεν ήταν ικανοποιημένη με τίποτα και προφανώς είχε ανάγκη κάπου να εμπιστευτεί τον πόνο της. Εκτός από την κακή ορατότητα από τη θέση της, την ενοχλούσαν τα πάντα: τα ευτελή υλικά στην κατασκευή ("μα τί είναι αυτά τα χαρτόνια που κρέμονται από το ταβάνι;") , η προβληματική και εντελώς πασέ αρχιτεκτονική της αίθουσας, ο μικρός χώρος (ω ναι!), οι πολλοί εξώστες (“πως θα ακούει και θα βλέπει τόσος κόσμος εκεί πάνω;”). Ακόμα και η απόσταση από το παρκινγκ (“θα βρέξει καμιά μέρα και θα θέλουμε βάρκα για να έρθουμε”.)

Γύρισα να την κοιτάξω καλύτερα. Το βλέμμα στο περιποιημένο κοντοκουρεμένο κεφάλι της ήταν πραγματικά έντρομο. Ντυμένη με ένα εκτυφλωτικό καναρινί ταγέρ, έμοιαζε με ένα κοκέτικο μικροκαμωμένο κίτρινο ψαράκι έξω απ’ τα νερά του. Δεν άργησε να αποκαλύψει τον πραγματικό λόγο της ολοκληρωτικής της δυσαρέσκειας:

“Ήμασταν τόσο καλά στο Ολύμπια: όμορφο, αρχοντικό, μαζεμένο… βλέπαμε από παντού, ξέραμε κάθε γωνιά του. Αχ και τί παραστάσεις είχαμε δει εκεί μέσα. Όμορφες εποχές, αξέχαστες…”

Μιλούσε με πραγματική νοσταλγία για “όμορφες κι αξέχαστες εποχές” κι ας μην έχουν περάσει παρά ελάχιστοι μήνες από την τελευταία παράσταση στο Ολύμπια και τη μεταφορά της λυρικής στο Ίδρυμα Νιάρχος. Η σχεδόν ψιθυριστή, υγρή φωνή της πενθούσε μέσα από τον καταιγισμό των παραπόνων της μια ολόκληρη εποχή που άφηνε πίσω και το καταναγκαστικό της πέρασμα σε μια καινούργια. Μια μικρή πολιτιστική εξόριστη τσαρίνα στην παγωμένη σιβηρία της Καλλιθέας.

Χτύπησε το τρίτο κουδούνι…

“Άντε να σας αφήσω να απολαύσουμε την παράσταση… Εσείς δηλαδή, γιατί εγώ ούτε που ξέρω τί θα καταφέρω να δω με αυτό το κάγκελο…”

Τα φώτα χαμήλωσαν, η αυλαία σηκώθηκε, αποκαλύπτοντας μια υπέροχη, εξαιρετικά φωτισμένη σκηνή ισάξια των ομορφότερων (όσων τέλος πάντων έχω δει) σκηνών της Ευρώπης. Η επιλογή των “Τοπίων” - ενός τριπτύχου τριών σύγχρονων χορογράφων (ανάμεσα στους οποίους κι ο Αντώνης Φωνιαδάκης - διευθυντής πια του μπαλέτου της λυρικής σκηνής) φάνταζε ιδανική. Ένα χορογραφημένο μανιφέστο - κλείσιμο ματιού, για τις προθέσεις της λυρικής σκηνής ως προς τη νέα της κατεύθυνση.

Δε μου φάνηκαν και τα τρία έργα το ίδιο πετυχημένα (ο πολυαναμενόμενος Μπενζαμέν Μιλπιέ σα να απογοήτευσε λίγο). Κι όμως η δύναμη, η φρεσκάδα, η φόρα με την οποία η Λυρική μπαίνει καλπάζοντας σε μια νέα φάση ήταν αφοπλιστική. Είδα νέες ιδέες, νιάτα, ελευθερία αλλά κι ένα σεβασμό στις κλασικές φόρμες συγκινητικό. Ένιωσα πως μια όμορφη εντελώς νέα εποχή ξημέρωνε για τον εντός της χώρας πολιτισμό μας κι ήμουν παρών σε μια ιστορική πρώτη βραδιά, που θα αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε παράσταση που θα παρακολουθήσω εκεί μέσα μέσα στα (ελπίζω πολλά) επόμενα χρόνια.

Στα διαλείμματα ύστερα από κάθε κομμάτι γύριζα να κοιτάξω την απογοητευμένη φίλη μου. Φυσικά κανένα κάγκελο δεν εμπόδιζε το οπτικό της πεδίο. Ωστόσο το βλέμμα της ήταν χαμένο σε βαθιές σκέψεις. Ίσως να μην της άρεσε καθόλου αυτό που έβλεπε· ίσως πάλι να πρόβαλε με το νου της σκηνές από θρυλικές παραστάσεις που αγάπησε στο “Ολύμπια” εκείνες τις “παλιές ωραίες εποχές”· ίσως απλώς το τόσο κόκκινο να της πονούσε τα μάτια.

Η παράσταση τέλειωσε με το ηλεκτροφόρο “Shaker Loops” του Φωνιαδάκη· ενέργεια εκρηκτική - το ιδανικό φινάλε μιας βραδιάς υποσχέσεων. Μετά την υπόκλιση, όταν άναψαν τα φώτα, γύρισα πάλι να κοιτάξω τη μυθική κυρία μου. Είχε εξαφανιστεί χωρίς να την καταλάβω, μέσα σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Προφανώς είχε γλιστρήσει αθόρυβη και βιαστική από την έξοδο προς το πάρκινγκ φοβούμενη μην πνιγεί από καμιά απρόσμενη, ξαφνική καταιγίδα.

Βγαίνοντας στο ανοιχτό αίθριο του ιδρύματος, ανάμεσα σε ενθουσιώδεις (και λιγότερο ενθουσιώδεις) θεατές, χαμογελαστά λαμπερά πρόσωπα που φωτογραφίζονταν με φόντο τους διάφορους χώρους του ΚΠΙΣΝ, ανυποψίαστα παιδιά με ποδήλατα και ανθρώπους κάθε ηλικίας που απολάμβαναν απλώς την ανοιξιάτικη βόλτα τους, αναρωτήθηκα πόσες είναι οι πιθανότητες να ξαναπετύχω κάποτε σε κάποια από τις επόμενες παράστασεις τη φιλενάδα μου. Θα αποφασίσει να αποσυρθεί στο σπίτι της νοσταλγώντας τις χρυσές εποχές του "Ολύμπια" συμφιλιωμένη με το χρόνο που περνάει ή θα δώσει μια ευκαιρία στη Νέα Λυρική να διασκεδάσει την απογοήτευσή της προδομένης φιλόμουσης καρδιάς της μέσα στα χρόνια που θα έρθουν; Φαντάζομαι είναι κι αυτό ένα απ' τα πολλά, μεγάλα στοιχήματα της νέας εποχής που ξημερώνει.


Saturday, December 31, 2016

Επιζώντες (άλλη μια χρονιά)


Για το χρόνο που φεύγει (εύχομαι και για πολλά - πολλά χρόνια που θα έρθουν) ο ένας και μοναδικός απολογισμός μου. Μακάρι να ισχύει λέξη - λέξη μέχρι το τέλος.
Άλλη μια χρονιά γεμάτη λοιπόν, που με γράμματα δικά μου, καταγράφομαι κι εγώ στους επιζώντες.

Thursday, December 15, 2016

Κυριακή



H Κυριακή είναι μυρωδιές: μυρίζει φρέσκο καφέ και απόπειρα πρωινού αν κάποιος σ’ αγαπά αρκετά κι έχει χρόνο και διάθεση να στο φτιάξει (αν εισαι τυχερός στο φέρνει και στο κρεβάτι). 

Μυρίζει φρεσκοκοτυπωμένο χαρτί κυριακάτικης εφημερίδας μπερδεμένο με το πλαστικό του σελοφάν των προσφορών. Μυρίζει ο διαφορετικής σύνθεσης χαρτοπολτός των ίδιων των προσφορών: το λογοτεχνικό βιβλίο που πάντα ηθελες να αγοράσεις και ποτέ δεν αγόρασες, εκείνη η ταινία που δεν πρόλαβες στο σινεμά, το cd που ολοκληρωνει τη συλλογή σου. 

Η Κυριακή μυρίζει το μαλακτικό στο πάπλωμα ή το σεντόνι που έχεις επιτέλους χρόνο να εισπνεύσεις μέχρι να το χορτάσεις, αναμεμειγμένο με το άρωμα μιας επιδερμίδας που τεμπελιάζει δίπλα σου, απελευθερώνοντας χιλιάδες μικροσωματίδια χαλαρότητας κι ευεξίας. 

Μυρίζει πρωινό αφρόλουτρο και πριν καλά - καλά στεγνώσεις, τεμπέλικη πόλη που έχεις διάθεση να την καταβροχθίσεις πριν καν πάει μεσημέρι. 

Μυρίζει μεσημεριανό φαγητό (εννοείται πως μυρίζει μεσημεριανό φαγητό), είτε το εγγεγραμμένο στη μνήμη κυριακάτικο ψητό της μαμάς, είτε απενοχοποιημένη εξόρμηση σε εκείνο το εστιατόριο που σχεδιάζεις με την περέα σου μέρες. 

Μυρίζει κρασί και φίλους κι άλλο κρασί κι ένα εσπρεσάκι στο φινάλε με γλυκό ή με τσιγάρο - με όποια κατάχρηση τέλος πάντων σου χρωστάει η εβδομάδα. 

Μετα μυρίζει σινεμά. Αυτή την αίσθηση ασφάλειας, σκονισμένης μοκέτας και προσμονής της σκοτεινής αίθουσας. Μυρίζει ποπ κορν και σοκολάτα υγείας με πορτοκάλι. Δυο ώρες μετα ο ήλιος έχει ήδη πέσει κι η Κυριακή μυρίζει υγρασία και ησυχία. 

Μυρίζει μελαγχολία, μια θλιμμένη εκκρεμότητα που δεν έχεις ιδέα πως στο καλό γεννήθηκε από τα σπλάχνα μιας ευτυχισμένης μέρας. 

Μυρίζει ένα τελευταίο ποτό - αν έχεις το κουράγιο να το επιχειρήσεις, κι ύστερα κάτι πρόχειρο και βιαστικό για δείπνο στο πόδι. Μυρίζει ανεπαίσθητα αποσύνθεση. 

Η Κυριακή μυρίζει παραδόξως σχολείο, κι ας το έχεις τελειώσει χρόνια πριν. Μυρίζει κατι σαν ευθύνη απροδιόριστη, λες και κάπου, κάτι χρωστάς αφηρημένο μα επιτακτικό. Πριν καλά - καλά το καταλάβεις είσαι στο κρεβάτι σου κι οι μυρωδιές απ’ τα σεντόνια έχουν εξατμιστεί. Σβήνεις τα φώτα με εναν αναστεναγμό. 

Η Κυριακή μυρίζει ήδη Δευτέρα.


(Κείμενο που δημοσιεύτηκε στις 11/12/2016 στις "Ιστορίες της Κυριακής" του Κ της Καθημερινής.)

Friday, January 01, 2016

Καμιά φορά...


Καμιά φορά, όταν με ξεχνάω,
μπαίνω εδώ και με θυμάμαι:
πού ξεκίνησα, 
πού αμφεβαλα,
 πού παρασύρθηκα,
πού επέστρεψα,
 πού με έχασα, 
πού και πως με ξαναβρήκα.

Ότι κι αν συμβεί, όπου κι αν ξεχαστώ,
πάντα εδώ θα επιστρέφω:
να λογοδοτώ,
να κρατάω τη σειρά,
να εκτιμώ τα περασμένα
να σχεδιάζω τα επόμενα
να ανανεώνω τα ίχνη μου
-τ' αληθινά- 
στο μικρό ψηφιακό μου κτήμα.

16.
Όμορφος αριθμός.
Ατημέλητος.
 Για να δούμε.




Wednesday, December 30, 2015

Άλλη μια χρονιά...


Άλλη μια χρονιά που δεν αρρώστησα·
που με αγάπησαν· που δεν φτώχυνα.
Που χω τα δόντια μου και τα μαλλιά μου.
Άλλη μια χρονιά που χω το σπίτι μου·
κι έχω τον κόσμο μου - και τους ανθρώπους μου·
που ονειρεύομαι, που κάνω σχέδια.
Αλλη μια χρονιά που πήγα θέατρο, πήρα βιβλία
κι άκουσα δίσκους κι είδα ταινίες που με συγκίνησαν.
Άλλη μια χρονιά που πήρα λεωφορεία και που περπάτησα.
Άλλη μια χρονιά που ταξίδεψα και δούλεψα,
που έγραψα κι έσκισα και δεν απελπίστηκα·
που βρήκα ανθρώπους να με εμπνεύσουν. 
Και τους κράτησα· και μου το επέτρεψαν.
Άλλη μια χρονια που δεν έχασα το δρόμο μου.
και που εκπλήρωσα έστω ένα στόχο απ’ τους πολλούς.
Άλλη μια χρονιά που παρατήρησα και που στοχάστηκα 
και που απόρησα και που κατάλαβα - ό, τι κατάλαβα, όσο κατάλαβα.
Άλλη μια χρονιά που την ξεπροβοδίζω με ευγνωμοσύνη 
για όλα τα παραπάνω και γι’ άλλα που μου διαφεύγουν
και γιατί μπορώ να μετράω τα καλά με σιγουριά
και να τα βρίσκω σημαντικότερα από τα άλλα.
Άλλη μια χρονιά γεμάτη, που καταγράφομαι στους επιζώντες. 
(Σπουδαίος λόγος για να γιορτάζεις.)
Και μες στα χρόνια όλα αλλάζουν εκτός από ένα:
οι απολογισμοί στην ησυχία - ο πιο μεγάλος πλούτος μου.


Friday, October 30, 2015

Τι (μου) λείπει από την Αθήνα.



Τι μου λείπει απ' την Αθήνα; Τι λείπει από αυτή την ομορφάσχημη πόλη που τα έχει λίγο πολύ όλα σαν από πάντα (ή, τουλάχιστον, έτσι τα πλασάρει το θρασίμι, με τουπέ του τύπου «όταν εγώ γύριζα, εσείς πηγαίνατε»); Και τα μαγαζιά της έχει, και τα μπαράκια της και τα ρεστοράν της τα «αποψάτα», τα εμπνευσμένα από τις υπόλοιπες μεγαλουπόλεις, που όμως τα φορτίζει με ένα coolness και μια χαλαρότητα η αφιλότιμη που ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα το Λονδίνο και το Παρίσι. Την αγαπώ αυτή την πόλη, την άτσαλα νεόπλουτη κι έπειτα αναπόφευκτα νεόπτωχη, κι ας τα έχει όλα μισά κι ανολοκλήρωτα. Την αγαπώ και της συγχωρώ πολλά. Αν μου λείπει, ωστόσο, ένα πράγμα, είναι το αφομοιωμένο πράσινο. Η απουσία ενός πάρκου σε κομβικό κεντρικό σημείο της που να χτυπάει σαν καρδιά, δίνοντας ανάσα στην πόλη. Η αδιαφορία για τα ελάχιστα εναπομείναντα πάρκα που μαραζώνουν μέρα με τη μέρα εγκαταλελειμμένα κάνει το αστικό τοπίο –το τόσο γοητευτικό κατά τα άλλα– να φαντάζει μονότονα γκρίζο κι αποπνιχτικό. Εθνικός Κήπος, Πεδίον του Άρεως, Ζάππειο, Άλσος Παγκρατίου, είναι μερικοί μόνο απ' τους πυρήνες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μικρές, παλλόμενες οάσεις για τους Αθηναίους, κι όμως η τρελο-αθήνα τα αφήνει στο έλεος της φθοράς του χρόνου και της αδιαφορίας των ιθυνόντων. Κι ας μη γελιόμαστε: όσα θέατρα, μουσεία, γκαλερί, μπαρ και μαγαζιά κι αν ανοίξουν, όσα ένσημα κοσμοπολιτισμού κι αν κολλήσει αυτή η πόλη, αστικός πολιτισμός πάντα θα είναι μια αναπάντεχη εισπνοή οξυγόνου στην καρδιά ενός ασφυκτικού κέντρου.


(Κείμενο που δημοσιευτηκε από τη LIFO στις 29/10/2015 ως απάντηση στην ερώτηση τί μου λείπει από την Αθήνα - 11 Αθηναίοι γράφουν για όσα λείπουν από την πόλη μας. Εικονογράφηση: Athenean Sailor / LIFO)

Tuesday, October 06, 2015

Μετανάστης στη γη


Άννα του Μετρό 
κάνεις τον πόνο δουλειά
Κρατάς στην αγκαλιά
Δύο χρονών μωρό.

Στέκεσαι πάντα βουβή 
Γκρίζα σκιά στα σκαλιά
Πλάι σου κοιμούνται σκυλιά. 

Άνθρωποι βιαστικοί
ρίχνουν μια χούφτα ψιλά
Κι ύστερα προσπερνούν
Δε ρίχνουνε ματιά.

Ούτε γυρνούν να σε δουν
Το βλέμμα να μη μπλεχτεί.
Κι όμως μια σκέψη πνιχτή τους λέει:

Μην το ξεχνάς – είσαι από μας
Το ίδιο άστρο μας οδηγεί
Μην το ξεχνάς – ζεις σαν εμάς
Με την ίδια πληγή.

Μη μας ξεχνάς – είσαι από μας
Το ίδιο άστρο μας οδηγεί.
Μη μας ξεχνάς – ζεις σαν εμάς:
Μετανάστης στη γη.


Μουσική: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Ερμηνεία: Έλλη Πασπαλά

Κυκλοφορεί ψηφιακά από την Feelgood Records


(Τα πλάνα που "ντύνουν" το video clip του τραγουδιού είναι μια ευγενική παραχώρηση από το αρχείο της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και απεικονίζουν τα όσα διαδραματίζονται τους τελευταίους μήνες στη χώρα μας. )


Saturday, July 04, 2015

Όχι έτσι



Έχω ένα κακό. Γεννήθηκα ψύχραιμος. Έχω ευχηθεί πολλές φορές να ήμουν παράφορος. Να είχα καταπιεί ένα διαβολάκι που θα μου φοράει  τη χρυσή πανοπλία του ηρωισμού και θα με ρίχνει στη φωτιά με τη ζηλευτή σιγουριά των μαχητών. Δυστυχώς όμως δεν είμαι έτσι. Δεν υπήρξα ποτέ. Μου λείπει μάλλον το γονίδιο. Ως άνθρωπος έχω την τάση να εξετάζω τα πάντα σφαιρικά. Να καταβροχθίζω δεδομένα, να ψηλαφίζω, να εικάζω, να διαλύω και να ανασυνθέτω μέχρι να καταλήξω σε αυτό που θεωρώ ότι εξηγεί καλύτερα την αλήθεια - κυρίως την προσωπική μου.

Τις τελευταίες μέρες, μέσα στην αναταραχή και τις συγκρούσεις επέλεξα συνειδητά τον αμήχανο δρόμο της σιωπής. Βαρύ φορτίο σε εποχές που ο πόλεμος γύρω σου μαίνεται κι οι γροθιές υψώνονται στον αέρα. Ωστόσο επέλεξα αυτό: παρατηρούσα τα πάντα, κυκλοφόρησα στο δρόμο, παρακολούθησα αισχρή τηλεοπτική προπαγάνδα, διαβάσα πηγές από διάφορες κατευθύνσεις, άκουσα φίλους και γνωστούς να επιχειρηματολογούν. Αναζήτησα (ομολογουμένως με τα κιάλια) τις ψύχραιμες απόψεις - είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά και δεν ντρέπομαι να πω πως αμφιταλαντεύτηκα. Καλώς ή κακώς έχω ανθρώπους που θαυμάζω κι εκτιμώ και στο στρατόπεδο του ναι και σ’ εκείνο του όχι. Κι ίσως αυτό είναι που το κάνει τόσο δύσκολο. Δεν ξέρει κανείς ξεκάθαρα σε ποιους ανήκει. Ποιοι είμαστε εμείς και ποιοι είναι οι άλλοι. Ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί. Γίνεται για πρώτη φορά να μην υπάρχουν ξεκάθαροι ρόλοι και διαθέσεις; Γίνεται να θέλουμε όλοι να φτάσουμε στον ίδιο προορισμό και να ακολουθούμε δυο εντελώς διαφορετικές διαδρομές;

Για να μη μακρηγορώ: είμαι παιδί της Ευρώπης. Από πάντα. Έχω μεγαλώσει διαμορφώνοντας την ταυτότητα μου από τις θεμελιώδεις ανθρωπιστικές αρχές που ενώνουν τους λαούς. Αγαπώ τη μοναδικότητα των πολιτισμών, των γλωσσών, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Νιώθω αναπόσπαστο μέλος μιας ευρύτερης, πολύβουης κοινότητας με ανοιχτούς πολιτιστικούς, οικονομικούς επικοινωνιακούς δρόμους. Τις βαθύτερες ανάσες μου τις παίρνω ταξιδεύοντας, περνώντας τα σύνορα της μικρής μου βάσης κι όταν επιστρέφω νιώθω πιο ολοκληρωμένος, πιο σίγουρος για το ποιος είμαι και το πως θέλω να ζω τη ζωή μου. Οξύμωρο, αλλά οριοθετούμαι μόνο από την έλλειψη συνόρων. Κι αναμφισβήτητα, ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι μη χάσω το δεσμό μου με τη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια και βρεθώ σε ένα καράβι που πλέει μόνο του, χαμένο σε μια ανοιχτή θάλασσα.

ΌΜΩΣ, η Ευρώπη που αγαπώ, η Ευρώπη που με διαμόρφωσε, η Ευρώπη που καταφεύγω με την κάθε ευκαιρία, δεν είναι η Ευρώπη που βάζει ένα μαχαίρι στο λαιμό του ανίσχυρου. Η Ευρώπη που αναγνωρίζω ως πατρίδα είναι μια κοιτίδα αλληλεγγύης, αδελφοσύνης, πολιτισμού. Είναι μια μεγάλη, αδιάσπαστη οικογένεια που τιμά και σέβεται την αξία της ανθρώπινης ζωής, κι αν όχι των υψηλών ιδανικών, της στοιχειώδους έστω ατομικής αξιοπρέπειας των μελών της. Δεν είναι σιδερένια αλυσίδα στα πόδια καταδίκων, αλλά ένα ζευγάρι φτερά που τους σηκώνει λίγα μέτρα παραπάνω από το έδαφος κι απελευθερώνει το νου και την ψυχή απ’ τα σκοτάδια. Με θλίψη και βαθιά απογοήτευση διαπιστώνω ότι η Ευρώπη που καλούμαι να επιλέξω αύριο μονολεκτικά - με ένα ναι ή ένα όχι, μοιάζει να έχει χάσει το δρόμο, να 'χει ξεχάσει την ταυτότητα της και να 'χει γίνει μια απέραντη τράπεζα που απομυζά και την τελευταία ρανίδα αξιοπρέπειας των μελών της. 

Όχι εύκολα, όχι αστόχαστα, χωρίς πυροτεχνήματα κι ύστερα από πολλή σκέψη καταλήγω πως δεδομένων των συνθηκών, η πιο σωστή επιλογή στο μεγάλο δίλημμα των ημερών είναι ένα ψύχραιμο ΟΧΙ. Επειδή μόνο έτσι νιώθω τη συνείδηση μου καθαρή απέναντι στην Ευρώπη που θέλω να ανήκω. Επειδή μια διαπραγμάτευση με όρους ανθρώπινους αξίζει ένα ρίσκο, όσο καθησυχαστική κι αν είναι μια - έστω και σκληρή -  βεβαιότητα. Κι επειδή όταν - μετά από χρόνια - θα μετρηθούμε στη ζυγαριά της Ιστορίας, θέλω να ανήκω σε αυτούς που είπαν: ναι, αλλά ΟΧΙ έτσι.





Tuesday, March 03, 2015

bienfaits



"Θ' αγαπήσεις αυτό που αγαπώ κι αυτό που μ' αγαπά: το νερό, τα σύννεφα, τη σιωπή και τη Νύχτα· την απέραντη και πράσινη θάλασσα· το άμορφο και χιλιόμορφο νερό· τον τόπο όπου δε θα πας· τον εραστή που δε θα γνωρίσεις· τα τερατόμορφα λουλούδια· τα αρώματα που φέρνουν παραλλήρημα· τις γάτες που λιγώνονται πάνω στα πιάνα και που βογκούν σα γυναίκες, με μια βραχνή και γλυκιά φωνή." 


Charles Baudelaire -  Les Bienfaits de la Lune (απόσπασμα)




Friday, February 27, 2015

Piaf / Πιάφ



Πρεμιέρα αύριο για το περίφημο "Piaf" της Pam Gems στο Εθνικό (Σκηνή Κοτοπούλη - Rex). Δεν ξέρω αν η Ελεωνόρα "είναι" η Πιάφ, ξέρω όμως ότι έχει βρει και βαδίζει ένα δρόμο συγγένειας αφοπλιστικά συγκινητικό κι ειλικρινή. Αυτό που θα δεις στη σκηνή του Rex δεν είναι βιογραφία, ούτε ντοκιμαντέρ: είναι απλώς ένα κορίτσι που ξέρει μόνο να τραγουδάει με την ψυχή του. "Τί στην Αθήνα; τί στο Παρίσι;" Piaf ή Ζουγανέλη, από ένα σημείο και μετά ελάχιστη σημασία έχει.

ΥΓ. Οι στίχοι των αγαπημένων τραγουδιών της Edith Piaf στη συγκεκριμένη παράσταση, μιλούν τα ελληνικά που εγώ έχω επιλέξει. Τιμή κι ευθύνη μεγάλη. Χαρά εξίσου.

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία - Διασκευή: Πέτρος Ζούλιας
Σκηνικά - Κοστούμια: Αναστασία Αρσένη
Πρωτότυπη μουσική - Ενορχήστρωση τραγουδιών: Θοδωρής Οικονόμου
Χορογραφίες: Φώτης Διαμαντόπουλος
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Στιχουργός - Προσαρμογή τραγουδιών: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριάννα Τουντασάκη
Β' βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία -Ελένη Σολδάτου
Βοηθός σκηνογράφου: Φώτης Μουρτάς

Διανομή:
Ελεωνόρα Ζουγανέλη:  Εντίθ Πιαφ
Μυρτώ Αλικάκη: Τουάν
Ευγενία Δημητροπούλου: Αγία Τερέζα
Χρήστος Στέργιογλου: Λουί Λεπλέ
Δημήτρης Αλεξανδρής: Λουί
Κωσταντίνα Τάκαλου: Λουίζ, Μάρλεν Ντίτριχ
Νίκος Μαγδαλινός: Μπρούνο
Σπύρος Μπιμπίλας:  Νοσοκόμος, Βαμπέρ, Σαρλ Αζναβούρ,  Σαρλό,  Θαμώνας, Παρατρεχάμενος, Κλοσάρ, Ναύτης
Κωσταντίνος Γιαννακόπουλος:  Λουί Γκασιόν, Ρεημόν Ασσό, Ναύτης, Νοσοκόμος, Παρατρεχάμενος  
Δημήτρης Καραμπέτσης:  Επιθεωρητής, Γιατρός, Δημοσιογράφος, Παρατρεχάμενος, Θαμώνας, Κλοσάρ, Ναύτης
Μαρίνος Δεσύλλας:  Σάρλ, Έντι, Γερμανός, Ναύτης, Παρατρεχάμενος, Κλοσάρ
Δήμητρα Σιγάλα:  Τιν-Τίν, Μαντλέν, Θαμώνας
Τάσος Πυργιέρης:  Ζώρζ,Βαποράκι, Ναύτης, Κλοσάρ
Αντώνης Χαντζής:  Ζακ, Γερμανός, Μποξέρ, Ναύτης, Γκαρσόνι, Νοσοκόμος,                                          Θαμώνας, Κλοσάρ
Στέφανος Μουαγιέ:  Κομφερασιέ,  Εμίλ, Λουσιέν, Σερβιτόρος, Ναύτης, Νοσοκόμος, Θαμώνας, Δημοσιογράφος
Γιάννης Αθητάκης:  Μικρός Λουί, Μαρσέλ Σερντάν, Ναύτης, Γερμανός, Δημοσιογράφος, Παρατρεχάμενος, Κλοσαρ
Αλέξανδρος Μπαλαμώτης:  Ζάν, Γερμανός, Γιατρός, Δημοσιογράφο, Νοσοκόμος, Μπάρμαν, Κλοσάρ, Σερβιτόρος, Παρατρεχάμενος
Γεωργία Μητροπούλου:  Μικρή Πιάφ, Δημοσιογράφος, Θαμώνας, Παρατρεχάμενη
Μιχάλης Λεβεντογιάννης:  Αμερικάνος, Τεό Σαγαπώ, Γκαρσόνι, Νοσοκόμος, Θαμώνας, Παρατρεχάμενος, Κλοσάρ

Μουσικοί επί σκηνής:
Θοδωρής Οικονόμου: Πιάνο
Κώστας Ράπτης: Balan
Διονύσης Βερβιτσιώτης: Βιολί
Παρασκεύας Κίτσος: Κοντραμπάσο
Γιάννης Αγγελόπουλος: Drams / Κρουστά
Νίκος Πασσαλίδης: Ακουστική κιθάρα / Μαντολίνο


Wednesday, February 25, 2015

Σπουδαίες ιστορίες



Σκέφτομαι ότι σε όλες τις σπουδαίες ιστορίες, κανείς ποτέ δε συγκράτησε την αρχή, ούτε προέβλεψε με ακρίβεια το τέλος. Κι ίσως - ίσως λέω - κατά τη διάρκεια τους, δεν συνειδητοποίησε καν πόσο μεγάλο και σπουδαίο ήταν αυτό που ζούσε. Απλώς το ζούσε, λες και κάποιος ή κάτι αυτονόητα του το χρωστούσε από πάντα.

Οι σπουδαίες ιστορίες από καταβολής κόσμου, ξεκινούν, διαρκούν και τελειώνουν αθόρυβα. Και το μέγεθος τους κρίνεται πάντα στις μελλοντικές αποτιμήσεις και στην αναπόφευκτη σύγκριση με τις επόμενες. 

Γι' αυτό ποτέ καμιά μας σπουδαία ιστορία δε θα μπορούσε να χτυπήσει αληθοφανώς το πανί. Γιατι αν έπρεπε να είναι πιστή στην πραγματικότητα θα έπρεπε να ξεκινήσει πριν το ζενερίκ και να τελειώσει σε μια άδεια αίθουσα την ώρα που οι καθαρίστριες θα έμπαιναν να την ετοιμάσουν για την επόμενη προβολή.

Οι σπουδαίες ιστορίες εκτυλίσσονται πάντα στα ενδιάμεσα της προσοχής μας. Κι ίσως έτσι διασφαλίζουν την επιβίωση τους στον όποιο χρόνο τους αντιστοιχεί.


Monday, February 02, 2015

Η καρδιά - σχεδίασμα μικρής σκηνής.



Ο Α μπαίνει στη σκηνή. Στέκεται μετωπικά στο κοινό. Τους κοιτάζει για λίγο. Μπαίνει ο Β. Στέκεται πλάι του. Κοιτάζονται για λίγο. Γυρίζουν κι οι δυο το πρόσωπο στο κοινό. Ο Α. κοιτάζει το στήθος του. Φέρνει το χέρι στην καρδιά του.

Α. Ειναι βαριά.
Β. Ναι;
Α. Ναι.
Β. Για να το λες.
Α. Μπορείς;
Β. Τι πράγμα;
Α. Να…. (δείχνει την καρδια του). Για λίγο.
Β. (Με δυσφορία παίρνει την καρδιά του Α και την κρατά αδιάφορα) Οκ τώρα;
Α. Πολύ καλύτερα.
Β. Ωραία.
Α. Πολύ - πολύ καλύτερα. Ανασαίνω.
Β. Ωραία.
Α. (Κοιτά τον Β με ευγνωμοσύνη) Δε σε βαραίνει;
Β. Μπα.
Α. Σίγουρα;
Β. Σίγουρα.
Α. Αν θέλεις μπορώ να κρατήσω κι εγω κάτι.
Β. Καλά είμαι.
Α. Την τσάντα. Το παλτό σου.
Β. Όχι ευχαριστώ.
Α. Αν θέλεις πες μου.
Β. Καλά είμαι. Εσύ; Καλύτερα;
Α. Ναι. Πολύ. Κοίτα. (Κινείται ελεύθερα στο χώρο σαν να χορεύει. Είναι ελαφρύς.) Ανασαίνω.
Β. Χαίρομαι.
Α. Σ’ ευχαριστώ.
Β. Τίποτα.
Α. Αλήθεια σε ευχαριστώ.
Β. Μην το σκέφτεσαι.
Α. (Κάθεται δίπλα στον Β ήσυχος. Είναι ήρεμος. Που και που ρίχνει κλεφτές ματιές λατρείας στον Β. Σιωπή. Ξαφνικά ο Β πετάει την καρδιά του Α και μένει με άδεια χέρια. Ο Α πιάνει το στήθος του σαν να αποχωρίζεται κάτι πολύτιμο. Του κόβεται η ανάσα) Τί έκανες;
Β. Τί έκανα;
Α (δείχνει προς το μέρος της καρδιάς)
Β. (Αδιάφορα.) Την ήθελες;
Α. Εσύ τι λες;
Β. Νόμιζα ότι ήθελες να την ξεφορτωθείς.
Α. Ήθελα να την έχεις.
Β. Δεν το κατάλαβα. Την αποχωρίστηκες υπερβολικά εύκολα.
Α. Μα... ήταν σαν να ήρθες για να την έχεις.
Β. Εγώ τυχαία βρέθηκα εδώ.
Α. Ναι μα…
Β. Νόμιζα ότι σε βάραινε.
Α. Ναι μα…
Β. Ήθελα να βοηθήσω.
Α. Ήθελα να την έχεις.
Β. Είσαι ελεύθερος.
Α. Μα…
Β. Πίστεψε με είσαι ελεύθερος.

(Ο Β χτυπάει το στήθος του σαν να είναι κούφιο. Χαμογελάει. Βγαίνει. Ο Α Μένει μόνος. Κοιτάζει το κενό. Σκοτάδι.)

Monday, January 12, 2015

Charlie qui?



Μεγάλη κουβέντα για το σλόγκαν “Je Suis Charlie”, που έσπευσαν να υιοθετήσουν ευαισθητοποιημένοι χρήστες των social media με αφορμή την άνανδρη τρομοκρατική επίθεση στα γραφεία του σατιρικού περιοδικού “Charlie Hebdo”. Όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλο κοινωνικοπολιτικό γεγονός της νέας εποχής οι απόψεις διχάζονται. Έχουμε, έτσι αστόχαστα, το δικαίωμα του “etre charlie” στα ποσταρίσματα και τα τιτιβίσματα μας ή είναι θράσος να το υιοθετούμε έτσι απλά αν δεν διαθέτουμε όλα τα αποδεικτικά του μαχητικού κοινωνικά πρότερου βίου;

Βασικά, τί σημαίνει αυτό το “je suis Charlie”; είμαστε σίγουροι ότι όλοι όσοι το ασπάζονται το χρησιμοποιούν με την ίδια σημασία και απόχρωση; προσωπικά δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Εδώ και μέρες παρατηρώ τους εκατοντάδες “Charlie” στο timeline μου και διαπιστώνω πως ο κάθε ένας από τους ευαισθητοποιημένους αυτούς τσάρληδες της ελεύθερης έκφρασης έχει την προσωπική του - ενίοτε διαστρεβλωμένη- οπτική πάνω στο θέμα και πολλές φορές είναι διαμετρικά αντίθετη από αυτή των ομότιτλών του.

Αναμφίβολα κοινός τόπος είναι το σοκ που προκάλεσε σε όλους μας ανεξαιρέτως το ειδεχθές τρομοκρατικό χτύπημα. Αυτό δεν το διαπραγματευόμαστε σε καμία περίπτωση. Η αποστροφή της άνανδρης επίθεσης στο κέντρο του Δυτικού κόσμου, ήρθε να ταράξει την τακτοποιημένη ηρεμία της κεντροευρωπαϊκής ζωής μας. Ο εφιάλτης του φονταμενταλισμού των ακραίων ισλαμιστών - έτσι κι αλλιώς - είναι ίσως η σοβαρότερη απειλή που καλλιεργείται συστηματικά για τον εκφοβισμό των Ευρωπαίων πολιτών στις επικίνδυνες εποχές που διανύουμε.

Από εκεί και πέρα, οι διαφορετικές αποχρώσεις και εντάσεις δίνουν και παίρνουν. Παρακάτω προσπάθησα να διακρίνω τις έξι βασικότερες κατηγορίες των ημεδαπών Charlie (ή “μη Charlie”) που διέκρινα στο ευρύ φάσμα του timeline μου. Μεγάλο κι ετερόκλητο στατιστικό δείγμα, γι’ αυτό ίσως  κι αρκετά ενδεικτικό των επικρατέστερων τάσεων. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

α. Είμαι ο Charlie … που αποστρέφεται και καταδικάζει τη βία από όπου κι αν προέρχεται. Το χτύπημα μου προκαλεί απέχθεια κι αδιαφορώ αν το προκάλεσε ισλαμιστής, χριστιανός, τρομοκράτης ή τρομοκρατημένος, ψυχοπαθής ή μέλος παραθρησκευτικής οργάνωσης, απλός πολίτης ή οπλισμένος αστυνομικός. Συντάσσομαι με κάθε θύμα άνανδρου χτυπήματος και απορρίπτω όποιον χρησιμοποιεί τέτοιες μεθόδους για την επίλυση του όποιου ζητήματος. 

β. Είμαι ο Charlie… που υπερμάχεται της ελευθερίας έκφρασης και της σάτιρας, ακόμα κι αν δε συμφωνώ εκατό τοις εκατό με το περιεχόμενο ή τον τρόπο. Η ελευθεροτυπία κι η διάδοση απόψεων δεν είναι θέμα αισθητικής (μεγάλη συζήτηση αλλά όχι της παρούσης), αλλά θεμελιώδες δικαίωμα μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Δε δύναμαι να δεχτώ ότι τον 21ο αιώνα, δεν είμαστε ελεύθεροι να διατυπώνουμε ό, τι και όπως θέλουμε χωρίς να οφείλουμε να λογοδοτήσουμε σε κανέναν. 

γ. Είμαι ο Charlie… που έχει αγανακτήσει από τη μόνιμη απειλή της σκιάς του Ισλάμ. Αυτός ο τύπος Charlie έχει το βλέμμα του στραμμένο στα έργα και τις ημέρες της Marine Le Pen και άλλων αντίστοιχων ακροδεξιών μορφωμάτων. Δε δίνει δεκάρα για το “Charlie Hebdo”, δεν το έχει αγοράσει ούτε μια φορά, μπορεί και να στραβώνει τα μούτρα του κάθε φορά που αντικρίζει κάποιο από τα σκίτσα του, δε μπορεί όμως να μη δηλώσει την οργή του για τον άδικο θάνατο απλών εργαζομένων από τα τέρατα της μουσουλμανικής τρομοκρατίας. Δεκάδες καιροσκόποι (ενίοτε κι από τον πολιτικό στίβο) συντάσσονται με αυτό τον τύπο ασκώντας τα μικροπολιτικά τους συμφέροντα (ξερόβηχας).

δ. Είμαι ο Charlie - είδα φως και μπήκα. Ο τύπος Charlie που αγαπά κι ευαγγελίζεται ότιδήποτε αποκτά το παράσημο του hashtag, είτε μιλάμε για πολιτικό γεγονός, κοινωνικό φαινόμενο ή νέα μόδα που σαρώνει την υφήλιο, χωρίς καν να μπει στη διαδικασία να το ψάξει λίγο παραπάνω. Για το συγκεκριμένο τύπο Charlie ένα μακελειό δεν απέχει ιδιαίτερα από ένα bucket challenge (με την απαραίτητη αλλαγή στη σοβαρότητα του ύφους φυσικά) και θα μπορούσε αντί για Charlie να ονομάζεται Geοrge ή Jean - Philippe, αρκεί αυτό να ήταν το όνομα που θα έβλεπε να αναγράφεται τις περισσότερες φορές στο timeline του.

ε. Είμαι ο Charlie λίγο απ’ όλα. Ή αλλιώς “ναι μεν, αλλά…”  Ο πιο θαμπός Charlie απ΄όλους. Από τη μια υιοθετεί τον τίτλο γιατί νιώθει την ηθική υποχρέωση, έχει όμως και τις ενστάσεις του. “Κακό και καταδικαστέο πράγμα το μακελειό, αλλά κι αυτοί πήγαιναν γυρεύοντας με τόσες προκλήσεις”. Από τη μια καταδικάζει την τρομοκρατία και τα στοχευμένα της χτυπήματα, από την άλλη αποδοκιμάζει και την απόλυτη ελευθερία της σάτιρας. Μπορεί με την ίδια ευκολία που θα υιοθετήσει τον τίτλο να τον αποκηρύξει λίγες στιγμές αργότερα με τη δικαιολογία ότι “τέτοιου είδους καμπάνιες δεν είναι σοβαρά πράγματα”.

στ. “Δεν είμαι ο Charlie, είμαι ο…” - κι όπου βλέπεις “ο” μπορείς να προσθέσεις ό, τι μπορείς να φανταστείς. Από το όνομα του συγκεκριμένου χρήστη, ο οποίος, υπερασπιζόμενος την ατομικότητα του, αρνείται την ισοπέδωση της μαζικότητας, ακόμα κι αν πρόκειται για κάτι συμβολικό, μέχρι το όνομα οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή συμβάντος που προηγήθηκε του Charlie Hebdo και δεν πήρε τις ίδιες διαστάσεις. Αυτός ο “μη Charlie” είναι διδακτικός όσο κι αποδοκιμαστικός και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να διαχωρίσει τη θέση του από τον όχλο.

Είμαι σίγουρος πως μικρές παραλλαγές των παραπάνω κατηγοριών υπάρχουν εκατοντάδες - όσες κι οι ενδιάμεσες απόψεις. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι πρωτοβουλίες σαν αυτή έχουν λόγο ύπαρξης ως αφορμή για σκέψη και προπάντων συζήτηση - μια συζήτηση, που όλοι οφείλουμε να κάνουμε τόσο με τους γύρω μας, όσο και με τον εαυτό μας. Το “Je suis Charlie” δεν είναι απλώς ένα καλά προωθημένο σύμβολο συμπαράστασης για ένα έγκλημα που διαπράχτηκε σε βάρος ενός άγνωστου στην πλειοψηφία (μας) σατιρικού περιοδικού, κάπου στο Παρίσι, δεν είναι καν μια δημόσια καταδική της τρομοκρατικής βίας ή αφηρημένη υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης. Ασχέτως αν το δηλώσουμε ή όχι αν το συμμεριζόμαστε η όχι, το “nous sommes Charlie” είναι περισσότερο μια υπενθύμιση ότι όλοι μας βρισκόμαστε στο στόχαστρο της βίας και της φίμωσης ανά πάσα στιγμή κι αντίθετα από ότι μπορεί να πιστεύουμε, ο εχθρός δεν είναι ούτε ένας, ούτε τόσο ξεκάθαρος.




Sunday, January 11, 2015

La Dolce




"...και τη Fontana di Trevi; 

Για ποια την επιδιορθώνουν;"






Friday, January 02, 2015

tiny step



Ένα μικρό βηματάκι στη νέα χρονιά.

Ίσα να μη χαθεί η σειρά.

Ίσα να κλείσει η δεκαετία.

[Κανονικά εδώ θα έπρεπε να μπουν οι δεσμεύσεις για τις επόμενες 365 μέρες. 
Ωστόσο λέω να είμαι εγκρατής.]

Κι αν γίνει το αναπάντεχο, έγινε...




Tuesday, April 29, 2014

Αγάπη ρε+



Οι «Αγάπη Ρε+» σε έναν ραδιομαραθώνιο 12 ωρών στον Αθήνα 9.84 «για να μη γίνει ο κόσμος φυλακή»

Την Κυριακή 4 Μαϊου, από τις 10.00 το πρωϊ μέχρι τις 22.00 το βράδυ, η μουσική πρωτοβουλία αλληλεγγύης «Αγάπη Ρε+» θα βρίσκεται στον «Αθήνα 9.84» παρέα με εκλεκτούς φίλους.

Συγκεκριμένα

Οι:

10.00 - 12.00 Θέμης Καραμουρατίδης - Μαριέττα Φαφούτη
Μαργαρίτα Μυτιληναίου, ραδιοφωνική παραγωγός
Καλλιόπη Στεφανάκη, επικεφαλής του τομέα προστασίας στο γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ στην Ελλάδα

12.00 - 14.00 Σπύρος Γραμμένος - Γιώργος Καραδήμος - Radiosol
Πιτσιρίκος, blogger
Ιωάννα Κοτσιώνη, υπεύθυνη για τα θέματα μεταναστών στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα
Ελένη Τάκου μέλος του Δικτύου Καταγραφής Περιαστικών Ρατσιστικής βίας (βιβλίο “11 μύθοι και αλήθειες γύρω από τη μετανάστευση)
Νιόβη Σταυροπούλου, ΑΜΑΚΑ
Κατερίνα Θεοδωρίδου υπεύθυνη των αποφυλακισμένων ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ

14.00 - 16.00 Kωστής Μαραβέγιας - Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Θεοφάνης Τάσης, λέκτωρ Φιλοσοφίας
Γιάννης Τέντης υπεύθυνος θεραπευτικού προγράμματος ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ
15.30 Σπύρος Ριζάκος, δικηγόρος που ασχολείται με αιτήσεις ασύλου / ΜΚΟ “ΑΙΤΗΜΑ”, και συμμετέχει στο Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας

16.00 - 18.00 Φοίβος Δεληβοριάς - Μανώλης Φαμέλλος
Γιάννης Πετρίδης, ραδιοφωνικός παραγωγός
Κωστής Παπαϊωάννου, Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

18.00 - 20.00 Νατάσσα Μποφίλιου - Στάθης Δρογώσης
Ιωάννα Κούρτοβικ, δικηγόρος
Γιάννης Οικονομίδης, σκηνοθέτης
Κωνσταντίνα Κούνεβα
Πάνος Δαμέλος, μέλος Αντιρατσιστικής – Αντιφασιστικής πρωτοβουλίας Κορίνθου

20.00 - 22.00 Όλοι στο στούντιο, για ένα δίωρο έκπληξη!!!!

θα γίνουν ραδιοφωνικοί παραγωγοί για 12 ώρες, προσπαθώντας να ενημερώσουν και να ενημερωθούν, να ευαισθητοποιήσουν και να ζητήσουν βοήθεια σχετική με ένα θέμα, για το οποίο τα Μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης δείχνουν ως τώρα ύποπτη αδιαφορία και ουδετερότητα: τα Κέντρα Κράτησης Μεταναστών-Προσφύγων που λειτουργούν σε διάφορα σημεία της Ελλάδος. Μαζί μ’αυτό, θα συζητήσουν και για άλλα θέματα που άπτονται του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος.

Σκοπός του αυτοσχέδιου αυτού Ραδιομαραθώνιου η συγκέντρωση χρημάτων που θα μεταφραστούν σε αγαθά και παροχή βοήθειας σε κρατούμενους μετανάστες στα 2 πιο μεγάλα στρατόπεδα κράτησης στην Κόρινθο και στη Μυτιλήνη καθώς και σε ενίσχυση του προγράμματος του ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ, το οποίο έχει στήσει κοινότητες απεξάρτησης από τα ναρκωτικά σχεδόν σε όλες τις φυλακές της χώρας.

Μαζί με τους «Αγάπη Ρε+» θα είναι πολλοί φίλοι που έχουν κάτι να πουν (από τελείως διαφορετικές σκοπιές) επί του θέματος.

Στο ενημερωτικό σκέλος των εκπομπών θα τους βοηθήσουν πολύτιμα οι δημοσιογράφοι του «Αθήνα 9.8» Ελευθερία Κουμάντου, Γεωργία Μπόχτη, Φωτεινή Κοκκινάκη και Μάγδα Μπουλούκου, ενώ στο μουσικό οι Αριστέα Γιάννου και Κάτια Παυλίδου.

Πληροφορίες έμπρακτης στήριξης με τηλέφωνα, sms ή κατάθεση σε τράπεζα:

Για το ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ:
Με μήνυμα πληκτρολογείτε ΚΕ και το στέλνετε στο 54345
Η χρέωση ανά sms είναι: 3,62 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ

Ή τηλεφωνείτε: ΑΠΟ ΣΤΑΘΕΡΟ ΚΑΙ ΚΙΝΗΤΟ στο: 9011 405 480
mediatel σταθ. 2,46€/κλήση – κιν.3,10€/κλήση (με ΦΠΑ)
Γραμμή παραπόνων: 214 214 8020

ή κάνετε κατάθεση στην Εθνική Τράπεζα, λογαριασμός δωρεών: 11029602650

Για το δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης προσφύγων και μεταναστών:
Με μήνυμα, πληκτρολογείτε ΔΙΚΤΥΟ (DIKTYO) και το στέλνετε στο 54345. Η χρέωση ανά sms είναι: 3,62 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ

ή κάνετε κατάθεση στην Τράπεζα Πειραιώς: 5080-029407-250

Οι γραμμές ανοίγουν αύριο 4 Μαΐου στις 10.00 και θα παραμείνουν ανοιχτές μέχρι την Πέμπτη 8 Μαΐου στις 00.00.


Tuesday, April 22, 2014

toradiofono.gr


 Πριν από ένα χρόνο δέκα αγαπημένοι ραδιοφωνικοί παραγωγοί της ελεύθερης (κάποτε) ραδιοφωνίας αποφάσισαν να ενώσουν δυνάμεις και να πραγματοποιήσουν μια τρέλα που φάνταζε υπερβολικά ιδανική για να είναι πραγματοποιήσιμη: να πάνε κόντρα στην κονσερβοποίηση της εποχής και να δημιουργήσουν από την αρχή ένα ραδιόφωνο, όπως το γνώρισαν, το αγάπησαν και το υπηρέτησαν μέσα στα χρόνια της επαγγελματικής τους ενασχόλησης με αυτό.

Το είπαν και το έκαναν. Έτσι απλά. Με όλες τις δυσκολίες που φέρει ένα τέτοιο εγχείρημα, δημιούργησαν εκ του μηδενός ένα χειροποίητο ραδιόφωνο "παλιάς κοπής", φέρνοντας στο επίκεντρο την παρέα (με τα θαύματα για τα οποία είναι ικανή) και την αγάπη για το αντικείμενο τους. Και κατάφεραν με τρόπο άμεσο κι αποφασιστικό να τρυπώσουν στην καθημερινότητα όσων από μας μεγαλώσαμε έχοντας προσωπική κι απαιτητική σχέση με την έννοια "ραδιόφωνο".

Toradiofono.gr κλείνει σήμερα τον πρώτο του χρόνο. Μέσα σε αυτούς τους 12 μήνες απέδειξε έμπρακτα οτι το ραδιόφωνο όπως το γνωρίσαμε μπορεί να περάσει στη νεα εποχή χωρις να χάσει τίποτα απο τη μαγεία του τρανζιστορ. Μακριά από λίστες, σφυγμομετρήσεις, κανόνες αγοράς κι εμπορικά συμφέροντα, διατηρεί στον πυρήνα του τους ανθρώπους (ακροατές, παραγωγούς) και τα τραγούδια. Toradiofono.gr αγαπάει την ποίηση, το θεατρο και το σινεμα, κανει αφιερώματα, βγαίνει από το στούντιο και οργανώνει μαγικες βραδιές και ειδικές παραστάσεις. Κινείται ανάμεσα μας, αφουγκράζεται την πόλη και τους κατοίκους της, τρυπώνει στις σκονισμένες δισκοθήκες και τις εμμονες μας και μας θυμίζει τι ειναι να σε βρίσκει στο ψαχνό ενα τραγουδι που είχες χρόνια να ακούσεις. Toradiofono.gr δεν εχει άποψη, αλλά απόψεις - όσες κι οι παραγωγοί του. Ειναι μια κολεκτίβα εραστών της μουσικής που αρνούνται -με προσωπικό κόστος- να θυσιάσουν την τέχνη και την εμπειρία τους στις επιταγές των καινούργιων συνθηκών ακρόασης. Χρωστάμε πολλά στην τρέλα των παραγωγών του. Το κυριότερο οτι στην εποχή του spotify και του YouTube, μας θύμισε τι είδους ακροατές φτιάχτηκαμε να είμαστε: αθώοι, ανυποψίαστοι, εξαρτημένοι απο την απρόβλεπτη μαγεία της στιγμής.
 
Για ολα τα παραπάνω και γι' αλλά τόσα, πέρα από το γενέθλιο τραγουδάκι καρδιάς που γράψαμε με την αγαπημένη μου Μαρία Βουμβάκη (και θα μεταδοθεί στην κοινή εκπομπή των παραγωγών του ραδιοφώνου σήμερα στις 18.00), προσωπικά χρωστάω κι ενα μεγαλο ευχαριστω μαζί με τις ευχές τον πρώτο αυτό χρόνο να τον ακολουθήσουν άλλοι πολλοί, σε πείσμα των καιρών και της μιζέριας που προσπαθούν να μας επιβάλλουν.




ΥΓ. Αν είσαι από εκείνους που δεν έχει τύχει να το γνωρίσουν ακόμα, μαθαίνεις τί εστί τoradiofono.gr ακούγοντας το ζωντανά εδώ.


Saturday, March 15, 2014

Πάμε Ξανά.


 Θα κατέβω με το τρόλεϊ στην Ομόνοια. Γραμμή 2: η Κόκκινη. Αυτή που παίρνω σπάνια. Θα πρέπει να έχω το νου μου στις στάσεις. Μπερδεύω ακόμα τη διαδοχή τους. Συγγρού - Φιξ. Θα ανέβω τη σκάλα. Θα πάρω καφέ. Υπάρχει ακόμα ο Γρηγόρης; Νομίζω ναι. Ο καφές ίδιος. Εσπρέσσο διπλός σκέτος - να με κρατήσει τη νύχτα. 

Θα περάσω ένα - ένα τα μέρη που έβαζα σημάδι. Σε κάθε σταθερή διαδρομή βάζω σημάδια σε περίπτωση που κάποια στιγμή στο μέλλον επιστρέψω. Καμιά φορά νομίζω πως βάζω τα σημάδια για να σιγουρέψω πως κάποια στιγμή στο μέλλον θα επιστρέψω. Αυτή όμως είναι άλλη ιστορία. (Οκέι μπορεί να είναι κι η ίδια τόσα χρόνια.)

Ένα περίπτερο, ένα sex-shop, ο Κωνσταντινίδης, ο Μικρόκοσμος. Ή μήπως ο Μικρόκοσμος είναι πιο κάτω; Σήμερα θα το επιβεβαιώσω και θα το θυμάμαι για τα επόμενα σαββατοκύριακα. Και μετά θα το ξεχάσω μέχρι την επόμενη φορά που θα επιστρέψω. Αν υπάρξει επόμενη φορά, Όποτε κι αν είναι γραμμένο να υπάρξει επόμενη φορά.

"Εκτελούνται εργασίαι". Τότε τουλάχιστον - πριν τέσσερα χρόνια. Κι αυτό ήταν το σύνθημα για να περάσω απέναντι. Δέκα λεπτά αργό περπάτημα. Με τον καφέ να καίει στο χέρι. Αν οι "Εργασίαι" έχουν σταματήσει θα πρέπει να βρω ένα νέο σύνθημα. Κάποιο θα υπάρξει - δε μπορεί. Κάποια σημάδι θα κλείνει το μάτι στη μονιμότητα.

Θα προχωρήσω κατά μήκος τη Φραντζή. Εκεί θα κλείσω τα ακουστικά μου. Θα τα διπλώσω προσεκτικά και θα τα βάλω στην τσέπη. Τελετουργικά, όπως πάντα. Θα ρίξω μια ματιά στην αφίσα. Ο κόσμος θα έχει αρχίσει να μαζεύεται. Θα ανοίξω την πόρτα κι όλα θα είναι οικεία σαν να μην έχει περάσει μια μέρα κι ας έχουν περάσει πάνω από χίλιες. Αυτό το ύπουλο παιχνίδι της μνήμης, που έχει την τάση να παραγράφει το χρόνο που μεσολάβησε από μια στιγμή σε μια άλλη.

Καμαρίνια. Κουβέντες. "Θυμάσαι τότε που..." Μίνι απολογισμοί που θα περάσουν από το μυαλό φευγαλέα, ώσπου να τους διώξει μακριά μια νέα κουβέντα, συζήτηση, σύνθεση εικόνων.

Έναρξη προγράμματος. Άλλο κομμάτι. Άλλη Νατάσσα. Άλλη μπάντα. Κι όμως κάτι θα παραμένει ίδιο. Κάτι θα είναι την ίδια στιγμή παντοτινό και ολοκαίνουργιο. Το σκέφτομαι (εντάξει μπορεί και να το φοβάμαι λίγο) διαρκώς τις τελευταίες μέρες. Συμβαίνει όταν έχεις αυτό το θέμα με τους κύκλους των πραγμάτων. Σημειώνεις σε ανύπαρκτα σημειωματάρια το τέλος και την αρχή ξανά και ξανά. Ξορκίζεις μικρούς θανάτους με ισάριθμες νέες μικρές ζωές. Κι έρχεται μία η άλλη. Καθαρά πράγματα και ξάστερα. Μπορεί ο χρόνος που περνάει να είναι σκληρός κι αμείλικτος, είναι όμως ντόμπρος‧ όσα παίρνει, τόσα δίνει. Κι αν βρεθεί κάτι να χρωστάει το γράφει στο τεφτέρι του.

Απόψε πρεμιέρα στο Σταυρό του Νότου. Τότε ήταν το club. Φέτος είναι η Κεντρική σκηνή. Τότε ήταν Τετάρτες. Φέτος θα είναι Σαββατοκύριακα. Τότε ήμουν άλλος. Φέτος είμαι πάλι άλλος. (Να και κάτι που μένει σταθερό.)

Τα ξημερώματα στο ταξί, οι πρώτες σκέψεις της νέας εποχής θα δώσουν το σύνθημα για την έναρξη ενός ολοκαίνουργιου ομόκεντρου κύκλου. Θα μετρήσω παρουσίες. Θα μετρήσω απουσίες. Θα μετρήσω τα ίδια. Θα μετρήσω τα αλλιώς. Κάποια θα βγουν παραπάνω. Κάποια θα βγουν λιγότερα. Έτσι κυλάει ο χρόνος. Αυτοί είναι οι όροι του παιχνιδιού.


Friday, March 14, 2014

Μαργαρίτες




Πάνε κάποια χρόνια, που η lifo μου είχε ζητήσει να απαριθμήσω τις δέκα πιο αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών.

Άθλος.

Ξεχωριστή θέση στη λίστα μου κατείχαν οι "Μαργαρίτες" της Vera Chytilova.

Σε λίγες μόλις αράδες αποπειράθηκα να εξηγήσω κάποιους από τους λόγους που αγαπώ τόσο πολύ αυτή την ταινία λέγοντας τα εξής:

"Ο τσέχικος κινηματογράφος της δεκαετίας του 60 έχει δώσει μερικά διαμάντια που στέκονται αυθύπαρκτα στο δικό τους σύμπαν.

Οι «μαργαρίτες» είναι ένα από αυτά τα παράξενα έργα Τέχνης που σου ασκούν μια γοητεία ανεξήγητη και την ίδια στιγμή απόλυτα αυτονόητη.

Η μαχητική φεμινίστρια Vera Chytilova με πρωτοποριακές και αξεπέραστες φιλμικές μεθόδους και εφέ, σκηνοθετεί μια ξέφρενη slapstick κωμωδία για τη θέση της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία, αποφεύγοντας τα βαρύγδουπα μανιφέστα.

Δυο μυστήρια πλάσματα, που δεν μαθαίνουμε ποτέ ούτε ποιες είναι πραγματικά, ούτε ποια είναι η μεταξύ τους σχέση, παρά μόνο ότι μοιράζονται το ίδιο όνομα, περιφέρονται σαν ξωτικά στον κόσμο των ανδρών προσπαθώντας να τον καταστρέψουν.

Το αποτέλεσμα είναι μια σειρά από ξεκαρδιστικά gags σε ένα εκρηκτικό πολύχρωμο ψυχεδελικό αριστούργημα, το οποίο (εννοείται) κρίθηκε υπερβολικά προκλητικό κι απαγορεύτηκε από την τσέχικη κυβερνηση με το που κυκλοφόρησε."

Μια χαρά αιτιολόγηση, από την οποία ακόμη και σήμερα δε θα άλλαζα ούτε λέξη. 

Μόνο που οφείλω να ομολογήσω ότι παρέλειψα την πιο ουσιαστική απόδειξη της δυναμικής της εν λόγω ταινίας.

Αν μπορούσα λοιπόν - κατόπιν εορτής- να συμπληρώσω τα παραπάνω με μια εικόνα πιο προσωπική θα προσέθετα εκείνη τη νύχτα που το σινεμά κι η ζωή μπερδεύτηκαν τόσο αδιαίρετα, που ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις την αλήθεια από το παραμύθι του σελιλόιντ. 

Όταν η Τσεχοσλοβακία του 1966 έγινε ένα με την Κέρκυρα του 2010 κι οι ξέφρενες Marie I και Marie II μας έκαναν την τιμή να βγουν απ' την οθόνη θρασείες κι ακαταμάχητες, κάνοντας άνω κάτω το δωμάτιο με τον ξέφρενο χορό τους. 

Μέχρι σήμερα δυσκολεύομαι να σκεφτώ μια βραδιά στη ζωή μου που μια ταινία κατάφερε να αποσυμπιέσει τόσο λυτρωτικά ένα σαββατόβραδο με γέλιο  αβίαστο και χειμαρρώδες.

Η Vera Chytilova έφυγε πριν λίγες μέρες από τη ζωή έχοντας αφήσει τη σφραγίδα της ανεξίτηλη στο παγκόσμιο σινεμά.

Ένα μικρό "αντίο" κι ένα ευχαριστώ για εκείνο το μακρινό σαββατόβραδο ο ελάχιστος φόρος τιμής στο έργο και τη ζωή μιας εξαιρετικής δημιουργού.

Αν δεν έχεις δει τις υπέροχες "Μαργαρίτες" της μπορείς να το κάνεις εδώ και τώρα. Αν είσαι τυχερός, μπορεί να σου κάνουν την τιμή να αφήσουν για λίγο το γυαλί και να παίξουν μαζί σου: